Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

Σκοτεινή ύλη του Blake Crouch

 Space


Μετάφραση: Δημήτρης Αλεξίου
Eκδόσεις Διόπτρα
Σελ. 378

«Λατρεύω τα βράδια της Πέμπτης. Έχουν μια αίσθηση ότι βρίσκονται πέρα από τον χρόνο. Είναι η παράδοσή μας: οι τρεις μας, μόνοι μας, μια οικογενειακή νύχτα. Ο γιος μου ο Τσάρλι κάθεται στο τραπέζι και ζωγραφίζει σε ένα μπλοκ ζωγραφικής. Είναι σχεδόν δεκαπέντε. Ψήλωσε πέντε εκατοστά το καλοκαίρι και με έχει φτάσει πια στο ύψος. Γυρίζω το κεφάλι από το κρεμμύδι που ψιλοκόβω και τον ρωτάω:

“Mπορώ να δω;” Κρατάει ψηλά το μπλοκ και μου δείχνει μια οροσειρά που μοιάζει σαν να βρίσκεται σε κάποιον άλλον πλανήτη.

“Mου αρέσει”, του λέω.

“Μόνος σου στο σκέφτηκες;”

“Εργασία για το μάθημα είναι. Για αύριο”.

“Tότε τελείωνε, κύριε της τελευταίας στιγμής”.

Στέκομαι ευτυχισμένος και ελαφρά ζαλισμένος από το ποτό στην κουζίνα μου, χωρίς να γνωρίζω ότι απόψε τελειώνουν όλα. Όλα όσα γνωρίζω και όλα όσα αγαπώ».


Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Το μυστικό νερό της Ιωάννας Μπουραζοπούλου

Κάστρο
Detail from Vädersolstavlan showing the medieval towers on w:Riddarholmen, including w:Birger Jarls torn.

Eκδόσεις Καστανιώτη
Σελ. 362

«Μέσα στο σκοτάδι που τον περιέβαλλε, ο Ριάλδης αισθανόταν την παρουσία του Μερμετούλη κι ας μην μπορούσε να τον δει. Μπορούσε όμως να μυρίσει την καμπούρα του, η οποία ανέδυε πάντα μια βαριά μυρωδιά, σαν φύλλα σαπισμένα από την υγρασία. Πώς βρέθηκε δεμένος με λουριά σε τούτο το στενό ιατρικό κρεβάτι; Δεν θυμόταν τίποτε απολύτως. Ένιωθε ένα έντονο κάψιμο στο δέρμα του, πίσω από το αριστερό αυτί. Μια οδοντιατρική λάμπα άναψε ξαφνικά, εστίασε στο πρόσωπό του και τον τύφλωσε. Ο Μερμετούλης έσκυψε από πάνω του κρατώντας μια μακριά λαβίδα, ενώ οι κόρες των

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Η συντέλεια του κόσμου της Τζέννυ Έρπενμπεκ


Berliner Mauer


Mετάφραση/Επίμετρο: Αλέξανδρος Κυπριώτης
Eκδόσεις Καστανιώτη
Σελ. 300


«Ο Κύριος έδωκε και ο κύριος αφήρεσεν, της είχε πει η γιαγιά της στην άκρη του λάκκου. Αλλά δεν ήταν αλήθεια αυτό, γιατί ο Κύριος είχε αφαιρέσει πολύ περισσότερα απ’ όσα υπήρχαν-κι όλα όσα θα μπορούσαν να είχανε γίνει απ’ το παιδί κείτονταν τώρα εκεί κάτω κι έπρεπε να τα σκεπάσει το χώμα. Τρεις χούφτες χώμα, και το μικρό κορίτσι, που βγαίνει τρέχοντας απ’ το σπίτι με τη σάκα του στην πλάτη, το σκέπασε το χώμα, η σάκα τραμπαλίζεται πάνω κάτω, ενώ εκείνο όλο και απομακρύνεται· τρεις χούφτες χώμα, και η δεκάχρονη που παίζει πιάνο με χλομά δάχτυλα κειτότανε εκεί· τρεις χούφτες, και η έφηβη που την κοιτάζουνε οι άντρες επειδή τα μαλλιά της λάμπουνε τόσο

Δημοφιλείς αναρτήσεις