Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Χρονικόν ενός προαναγγελθέντος θανάτου του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες



Nobel Λογοτεχνίας
Μετάφραση: Κλαίτη Σωτηριάδου – Μπαράχας
Εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη
Σελ.: 101

«Τη μέρα που επρόκειτο να τoν σκοτώσουν, ο Σαντιάγο Νασάρ σηκώθηκε στις πεντέμιση το πρωί, για να περιμένει το πλοίο που θα’φερνε τον επίσκοπο. Είχε ονειρευτεί πως διέσχιζε ένα δάσος από φραγκοσυκιές, όπου ψιλόβρεχε και, για μια στιγμή, ήταν ευτυχισμένος μες στ’ όνειρό του».


Τι να πω για τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες; Είναι ένας από τους κορυφαίους μου συγγραφείς. Με τα «Εκατό χρόνια μοναξιά» (μακράν ένα από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία όλων των εποχών) μαγεύτηκα και ταξίδεψα στον μαγικό κόσμο του, στον κόσμο που πλέκει με μοναδική μαεστρία το πραγματικό και το φανταστικό, στην ιστορία των Μπουενδίας και παράλληλα μέσα απ’ αυτούς στην ιστορία της χώρας του, εκεί όπου όλα είναι πιθανά και φυσικά, μέχρι και αυτή η ανάληψη της Ωραίας Ρεμέδιος. Με τον «Έρωτα στα χρόνια της χολέρας» μ’έκανε να πιστέψω ότι ο έρωτας μπορεί να εκπληρωθεί, ακόμη και πάνω σε ένα ποταμόπλοιο, αν κανείς πιστεύει σ’ αυτόν και έχει υπομονή να περιμένει μέχρι το βαθύ γήρας. Ήρθε τώρα η σειρά του «Χρονικού», για να μου θυμίσει και πάλι πώς πρέπει να είναι η λογοτεχνία.

© Geoffrey Whiteway


Η ιστορία του βιβλίου περιγράφεται στον ίδιο τον τίτλο του: πρόκειται πράγματι για το χρονικό ενός θανάτου, μιας δολοφονίας για λόγους τιμής, μιας δολοφονίας, η οποία είχε προαναγγελθεί τόσο πολύ και σε τόσους πολλούς, που θα έλεγε κανείς (και το νιώθει διαβάζοντας το βιβλίο) ότι θα ήταν σχεδόν αδύνατον να διαπραχθεί, αφού κάποιος απ’ όλους τους κατοίκους του χωριού-του δολοφονημένου μη εξαιρουμένου- θα μπορούσε να την είχε αποτρέψει. «Ποτέ δεν υπήρξε έγκλημα που να είχε προαναγγελθεί περισσότερο», όπως λέει ο μεγάλος συγγραφέας με το στόμα του ανακριτή. Κι όμως συνέβη. Ή μάλλον δεν συνέβη (παραείναι απρόσωπο). Κάποιοι τη διέπραξαν και κάποιοι άλλοι δεν την απέτρεψαν, ενώ γνώριζαν ότι θα γίνει. Έστω κι ένας αν έπαιρνε στα σοβαρά τις απειλές, η δολοφονία θα είχε αποτραπεί. Όλοι όσοι γνώριζαν -και κυριολεκτικά όλο το χωριό γνώριζε ότι ο Σαντιάγο Νασάρ επρόκειτο να δολοφονηθεί- αμέλησαν. Η αδιαφορία τους κόστισε μία ζωή.
Η πλοκή:

Ο Σαντιάγο Νασάρ, ένας πλούσιος εισοδηματίας, σηκώθηκε, όπως κάθε μέρα, ντύθηκε, όπως κάθε μέρα, και βγήκε απ’ το σπίτι του με κατεύθυνση το λιμάνι, απ’ όπου θα περνούσε το πλοίο με τον επίσκοπο. Στην πραγματικότητα, από τη στιγμή που βγήκε απ’ το σπίτι πήγαινε να συναντήσει τον βίαιο θάνατό του από τα χέρια των αδελφών της Άγχελα Βικάριο, μιας κοπέλας, την τιμή της οποίας φέρεται να ατίμασε, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα τον χωρισμό της από τον σύζυγό της, Μπαγιάρδο Σαν Ρομάν, την ίδια τη μέρα του γάμου τους. Ο Πέδρο Βικάριο, ο ένας εκ των δολοφόνων και αδελφός της Άνγχελα, τη νύχτα που ο άντρας της την έφερε στο πατρικό της και την παρέδωσε στην οικογένειά της, «τη σήκωσε ψηλά από τη μέση και την κάθησε στο τραπέζι της τραπεζαρίας.
«Εμπρός», της είπε τρέμοντας από λύσσα, «πες μας ποιός ήταν!».

Εκείνη καθυστέρησε ίσα ίσα όσο χρειάστηκε για να προφέρει το όνομα. Το αναζήτησε μες στα σκοτάδια. Το βρήκε αμέσως ανάμεσα στα τόσα και τόσα μπερδεμένα ονόματα αυτού του κόσμου και του άλλου και το άφησε καρφωμένο στον τοίχο σαν μια πεταλούδα καταδικασμένη απ’ τη μοίρα της.
«Ο Σαντιάγο Νασάρ», είπε.

Αφ’ής στιγμής η Άνγχελα ξεστόμησε το όνομα του Σαντιάγο, αυτός καταδικάστηκε σε θάνατο. Ο Μάρκες, με την συγκλονιστική προπαρατεθείσα παράγραφο, μας λέει ότι οποιοδήποτε όνομα κι αν είχε προφέρει η Άνγχελα, το ίδιο αποτέλεσμα θα είχε γι’ αυτόν που το φέρει.

Παρ’ όλο που από την αρχή του βιβλίου (από την πρώτη κιόλας πρόταση) μας αποκαλύπτεται ότι ο Σαντιάγο Νασάρ πρόκειται την ίδια κιόλας μέρα να βρει το θάνατο, είναι τέτοια η γραφή του Μάρκες, που πραγματικά θεωρεί ο αναγνώστης ότι αυτό δε μπορεί να συμβεί, ότι κάτι θα γίνει και ο Σαντάγο θα σωθεί, αφού κάποιος από τους δεκάδες που γνώριζαν θα τον προειδοποιούσε, κάποιος απ’ όλο το χωριό που τον συναντούσε στο δρόμο θα προέβαινε στην απαραίτητη ενέργεια που απαιτείται, ώστε να αποτρέψει το κακό. Κανείς όμως δεν έκανε τίποτα, ούτε ο δήμαρχος, ούτε ο αστυνομικός, ούτε η οικογένειά του, ούτε οι φίλοι και οι γνωστοί του. Ούτε αυτή που τον καταδίκασε. Οι δολοφόνοι από την άλλη, έμοιαζαν με παιδιά:
© jhonattan

«Έμοιαζαν με δυό παιδιά», μου είπε. Κι αυτή η σκέψη την τρόμαξε, γιατί πάντα πίστευε πως μόνο τα παιδιά είναι ικανά για όλα».


Και σαν παιδιά, ικανά για τα πάντα, για τα καλύτερα και τα χειρότερα, διατυμπανίζουν σε όλο το χωριό ότι ψάχνουν να βρουν τον Σαντιάγο, για να τον σκοτώσουν, λες και ήθελαν έστω και ένας να τους σταματήσει, να τους απαλλάξει από το καθήκον τους να σκοτώσουν αυτόν που φέρεται να ατίμασε την αδελφή τους και ρεζίλεψε την οικογένειά τους. Όπως αφήνεται να εννοηθεί στο βιβλίο, πράγματι οι υποψήφιοι δολοφόνοι επιθυμούσαν διακαώς να βρεθεί κάποιος να τους κρατήσει, να τους σώσει από την ανθρωποκτονία. Να τους σώσει από τους εαυτούς τους. Αλλά κανείς δεν βρέθηκε. Όλοι γνώριζαν για τη δολοφονία, αλλά κανείς δεν τη σταμάτησε.

Η αλήθεια πίσω από το βιβλίο:

Ο Μάρκες εμπνεύστηκε την ιστορία του «Χρονικού» από ένα πραγματικό έγκλημα που διαπράχθηκε στην Κολομβία τη δεκαετία του 50. Ο Καγετάνο Χεντίλε Τσιμέντο, φίλος του Μάρκες, δολοφονήθηκε, επειδή πήρε την παρθενιά της συζύγου του Μιγκέλ Παλένσια. Ο Μιγκέλ Παλένσια ξεκίνησε έναν πολυέξοδο και μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα κατά του Μάρκες απαιτώντας αφενός να προστεθεί το όνομά του στο εξώφυλλο του βιβλίου και αφετέρου τα μισά έσοδα από τις πωλήσεις του βιβλίου.

Το Ανώτατο Δικαστήριο της Κολομβίας απέρριψε την αγωγή του Μιγκέλ Παλένθια κατά του Μάρκες θεωρώντας -ορθά- ότι το γεγονός ότι ένα βιβλίο και εν γένει έργο τέχνης βασίζεται σε μία αληθινή ιστορία δεν σημαίνει ότι το πρόσωπο στου οποίου την αληθινή ιστορία βασίστηκε είναι συνδημιουργός του έργου ή ότι δικαιούται μέρος των εσόδων από τις πωλήσεις του. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι ο Μιγκέλ Παλένθια δεν θα μπορούσε να πει την ιστορία του βιβλίου με τη λογοτεχνική γλώσσα του Μάρκες, επιβεβαιώνοντας τη μοναδικότητα και την πρωτοτυπία του έργου, αλλά και την ουσία της λογοτεχνίας, αφού σημασία δεν έχει το τι θα πεις αλλά το πως θα το πεις.

Στο «Χρονικό», ο συγγραφέας -σε ένα παιχνίδι με τους αναγνώστες του- είναι και ο αφηγητής του βιβλίου. Ακόμη και η γυναίκα του αφηγητή και του Μάρκες έχουν το ίδιο όνομα, όπως και τα ίδια ονόματα έχουν τα μέλη της οικογένειας του αφηγητή του βιβλίου και του Μάρκες. Κλείνοντας να πούμε ότι όταν εκδόθηκε το βιβλίο, εκδόθηκε σε 2.000.000 αντίτυπα, ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας έλεγε ότι ήταν το καλύτερο έργο του. Θα επανέλθω από αυτό το blog και με τα υπόλοιπα έργα αυτού του μάγου της λογοτεχνίας.

© 2010-2015 billy2917


 

Διαβάστε συνέντευξη του συγγραφέα στο Paris Review












Ο συγγραφέας


Γεννημένος στην Αρακατάκα της Κολομβίας το 1927, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους συγγραφείς της παγκοσμίως, καταφέρνοντας αυτό που λίγοι έχουν πετύχει, να δημιουργήσει υψηλή λογοτεχνία και παράλληλα να διαβάζεται από εκατομμύρια κόσμου. Σπούδασε  Νομική στο πανεπιστήμιο της Μπογκοτά, ενώ διέκοψε στη συνέχεια τις σπουδές του, για να ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία και φυσικά τη συγγραφή. Το 1982 η Σουηδική Ακαδημία του απένειμε το Νομπέλ Λογοτεχνίας «για τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του, στα οποία το φανταστικό και το πραγματικό συνδυάζονται σε έναν πλούσιο κόσμο φαντασίας, αντανακλώντας τη ζωή και τις συγκρούσεις μιας ηπείρου». Όλα τα βιβλία του κυκλοφορούν στη χώρα μας, ενώ ετοιμάζονται άπαντα τα διηγήματά του από τις εκδόσεις της Νεφέλης.

Δημοφιλείς αναρτήσεις